Παραδοσιακά παξιμάδια Κυθήρων, με ελαιόλαδο.

Έτρωγα παξιμάδια Κυθήρων before it was cool καθώς, μία μεριά της σκούφιας μου κρατάει από το νησί. Θυμάμαι λοιπόν, καλοκαιρινές διακοπές με τον μπαμπά, τη μαμά και τους φίλους τους. Την κυρία Ματίνα και τον κύριο Μίμη, τους οποίους σκέφτομαι συχνά, χωρίς προφανή λόγο. Ίσως απλά μου έκαναν εντύπωση όταν ήμουν μικρή. Η ευγένεια, η πραότητα και πόσο χαιρόταν η κυρία Ματίνα με τα κοπλιμέντα: ”τί ωραίο αυτό που φοράτε, τι όμορφη που είστε σήμερα”, κάτι που έλεγα χωρίς συναίσθηση του αντίκτυπου. Το κατάλαβα όταν μεγάλωσα. Πόσο όμορφο είναι να κοπλιμεντάρεις μία κυρία, χωρίς να της λές ψέματα. Αυτό χαιρόταν και η κυρία Ματίνα. Μάλλον. Το ειλικρινές του πράγματος. Τους θυμάμαι λοιπόν, με αγάπη περισσή, ανεξάρτητα απο την συγκεκριμένη εκδρομή. Έφυγα απο το θέμα. Παξιμάδια. Ναί. Βρισκόμαστε στην Αγία Πελαγία, σε ξύλινο τραπέζι δίπλα στη θάλασσα και τρώμε πρωινό. Μέλι, τυρί, φρυγανιές, βούτυρο, μαρμελάδα και φυσικά τα περί ου ο λόγος λαδοπαξίμαδα. Στην Αθήνα, πέφταμε επάνω τους καμιά φορά, σε κανένα μαγαζί –τύπου μπακάλικο- before it was cool και αυτό. Το μπακάλικο εννοώ. Όμως σαν αυτά του νησιού, δεν ήταν. Γιατί; Γιατί τα παξιμάδια αυτά, έχουν μία ιδιαιτερότητα. μάθε την ιδιαιτερότητα

Advertisements

Αρωματικό, λαχταριστό κέικ μήλου με βρώμη. Χωρίς μίξερ. Της Αθηνάς.

Φόρεσα την πρώτη κάλτσα της σεζόν.

cat-sock

Πίνω το πρώτο ζεστό τσάι για φέτος (Αθηνά. Στείλε. Φλαμούρι. Στοπ.) και γράφω ρετσέτα για κέικ με μήλο. Το οποίο δεν το έφτιαξα εγώ. Το έφτιαξε η Αθηνά. Μη με ρωτήσεις ποια είναι η Αθηνά. Θα έπρεπε να ξέρεις. Αν δεν ξέρεις, λιιιιιινκ. Αυτό σημαίνει ότι: δεν μύρισε το σπίτι μας μήλο – κανέλα και δεν έχω δίπλα μου ένα κομμάτι, έτσι ζεστό και αρωματικό, να συνοδεύσω το ρόφημά μου. Βέβαια, δεν έχω και άπλυτα πιάτα και ανάστατη κουζίνα. Γιατί, φίλε αναγνώστη, η διασκέδαση τελειώνει τη στιγμή που αντικρίζεις το νεροχύτη. Βέβαια να μου πεις, αυτό το κέικ είναι ”όλα-σε-ένα-μπόλ”. Οπότε, και αυτό το επιχείρημα καταρρίπτεται και μένει μόνο το ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΩ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ. φάε κι εσύ ένα κομμάτι, μπορείς!

Ομελέτα με καβουρμά. Βουβαλίσιο.

Γρήγορη, εύκολη, χορταστική και νόστιμη μία ομελέτα, αν και θεωρείται μία πρόχειρη λύση για φαγητό. Αυτό δεν θα πρέπει να την υποβιβάζει στα μάτια σου και κάθε φορά που θέλεις να χτυπήσεις δύο αυγά για να φας, εμπλουτίζοντας τα με ο,τι έχεις στο ψυγείο σου, καλό θα ήταν να τους δίνεις την δέουσα προσοχή. Για εμένα η ομελέτα είναι τρισυπόστατη. Τρώγεται τα πρωινά στο όρθιο στην κουζίνα, με λίγη βρώμη, κάθε που αποφασίζω να μαζευτώ και να προσέξω την διατροφή μου, τρώγεται με ανακούφιση τα απογεύματα μετά την δουλειά, όταν κάνει πείνα και δεν-μπορώ-να-περιμένω για οτιδήποτε άλλο, τρώγεται με χαρά τα Σαββατοκύριακα, όταν αποφασίζω ότι θα μπω στην κουζίνα μόνο ως τουρίστας και δεν θα ξοδέψω παραπάνω από 10 λεπτά του πολυπόθητου, ιαματικού, ελεύθερου χρόνου του Σαββατοκύριακου, που μπορώ να μην κάνω απολύτως τίποτα.

w4ayv

Τώρα. Ο βουβαλίσιος καβουρμάς. Εκλεκτός μεζές. Από πού να το πιάσω; Από το ”βουβαλίσιος” ή από το ”καβουρμάς”; μάθε από που το έπιασα

Τα κεφτεδάκια to die for, της Σάσας.

Φίλε αναγνώστη, ήρθε η ώρα να σου συστήσω την Σάσα. Με την Σάσα θα συνομιλούμε δημιουργικά εντός των Μουσαφιραίων συχνά, καθώς πρόκειται για άλλη μία Ελληνίδα Μάνα η οποία έχει συμβάλει καθοριστικά, από τα μικράτα μου, στη μαγειρική αγωγή μου. Και αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς. Η Σάσα, όπως όλες οι μοντέρνες μανάδες (μοντέρνα: λέξη που περιγράφει λιτά και περιεκτικά την ενασχόληση με εκτός του σπιτιού δραστηριότητες, ντύσιμο με παντελόνι, φουλάρια και σταυρωτή/χιαστί μακριά τσάντα, μπιζού χειροποίητα ασορτί με το ύφος της κάθε εμφάνισης, κραγιόν και ρουζ ακόμα κι αν κυκλοφορούμε εντός του σπιτιού, ”Που πας έτσι, βάλε λίγο κραγιονάκι” φάση). Όπως όλες οι μοντέρνες μανάδες λοιπόν, δούλευε. Και κάποιες φορές, όταν δεν μαγειροτσουκάλιζε κατά τις 12 το βράδυ για να έχουμε φαγητό την επομένη, γύριζα από το σχολείο και άφηνε παράγγελμα να ψήσω κοτόπουλο, μπριζόλα, να τηγανίσω καμιά πατάτα, κάτι για να φάω βρε παιδί μου. Έτσι λοιπόν, ξεστραβώθηκα, τρόπον τινά, με τα απλά καθημερινά. Έμαθα να αλατίζω σωστά, να ψήνω, να κάνω ισορροπημένο λαδολέμονο. Είναι μια κάποια βάση. Έχω πολλές αναμνήσεις να μοιραστώ μαζί σου για την Σάσα. Από τότε που μου έλεγε ”δεν θα σηκωθείς από το τραπέζι αν δεν φας τα φασολάκια σου” κι εγώ τα ”πακετάριζα” σε χαρτοπετσέτες και τα τοποθετούσα με προσοχή στα σκουπίδια, μέχρι το απίστευτο κοκκινιστό της, που το έτρωγα και μετά το πιάτο μου ήταν έτοιμο να μπει στα καθαρά, αφού με μπουκιές ψωμιού, κάνοντας το γνωστό σε όλους μας πατινάζ, είχα καθαρίσει κάθε υποψία σάλτσας. Τώρα θα μου πεις, μόνο κοκκινιστό; Ε όχι! Ντολμαδάκια; Υπέροχα. Ψητό της κατσαρόλας; Καταπληκτικό. Πατάτες φούρνου; Αξεπέραστες. Ρύζι; Να κλείσουν όλα τα ινδικά της χώρας. Κολοκυθοκεφτέδες με κολοκύθα; Θάνατος. Κουλουράκια πορτοκαλιού; Να μυρίζει όλη η γειτονιά. Μελιτζάνες τουρσί; Φασολάδα; Μπαρμπούνια σαβόρι; Ε, χαμός! Και τόοοσα άλλα, μα πόσα. go down the rabbit hole

Εδώ η καλή τυρόπιτα. Της Αθηνάς.

Υπήρχε τύπος με τρίκυκλο στη γειτονιά, που έκανε βόλτες καθημερινά, πουλώντας χειροποίητη μπουγάτσα και τυρόπιτα. Είχε αποφασίσει ότι η στρατηγική μάρκετινγκ που θα ακολουθήσει για να κάνει γνωστό και αναγκαίο το προϊόν του ήταν η φωνή. Απλά φώναζε σε κάθε στενό που περνούσε: ”ΜΠΟΥΓΑΤΣΑ-ΤΥΡΟΠΙΤΑΑ” και ξανά: ”ΜΠΟΥΓΑΑΤΣΑ-ΤΥΡΟΠΙΤΑΑΑ”. Αλάνθαστη μέθοδος. Γιατί τρέχαμε, εμείς τα πιτσιρίκια, να πάρουμε στο χαρτί μία μερίδα μπουγάτσα, μία τυρόπιτα και να κάτσουμε σε κανένα σκαλάκι να τα φάμε. Περνούσε και από το σχολείο. Αλλά εκεί ήμασταν κουλ. Αγοράζαμε από τον φούρνο πεϊνιρλί (μόνο με βούτυρο και τυρί) ή από την Μαίρη (η οποία είχε ένα μαγαζάκι πιο πάνω), ζαμπονοτυρόπιτα. Έχω καιρό να τον ακούσω. Ίσως γιατί τα πρωινά πλέον δεν είμαι στο σπίτι. Όμως, ξέρω πως υπάρχει. Ακόμα γυρίζει, με το ίδιο τρίκυκλο, κόβοντας και σερβίροντας τα ίδια, στο ίδιο χαρτί, φωνάζοντας ”ΜΠΟΥΓΑΑΤΣΑ-ΤΥΡΟΠΙΤΑ”. Ίσως, πλέον, το τρίκυκλο να αγκομαχάει περισσότερο. Ίσως και ο ίδιος. Αν τον πετύχω, θα σου πω. μάθε αν τον πέτυχα κάπου

Σοκολατομπανανένιες Μαλακές Μπισκοτομπουκιές

Φίλε αναγνώστη καλησπέρα.

Ελπίζω η συνταγή μου να σε βρίσκει καλά. Ο καιρός, τα παιδιά, η μοναξιά, η γαμ***νη καθημερινότητα; Πάντα καλά. Και εμείς καλά. Προσεχώς και καλύτερα (;). Φίλε αναγνώστη. Αυτές οι μπανανοσκολ, μπανονασοκο, σοκολατομπανανένιες μαλακές μπισοκτομπ, μπικσομπου, μπισκοτομπουκιές, ευχαριστώ. Αυτές τέλος πάντων, έχουν λέξεις κλειδιά. Αν είσαι φίλος των λίγων υλικών, τέσσερα τον αριθμό, η λέξη – κλειδί είναι ΕΥΚΟΛΟ. Αν είσαι φίλος του αναπόδραστου και αμείλικτου χρόνου που περνά και η ζωή είναι μικρή και θα πεθάνουμε όλοι, η λέξη – κλειδί είναι ΓΡΗΓΟΡΟ. Αν πάλι είσαι φίλος του ουρανίσκου σου, η λέξη κλειδί είναι ΝΟΣΤΙΜΟ. Και να μην αρχίσω τα περί υγιεινής διατροφής, γιατί απο τα υλικά και μόνο θα καταλάβεις τι εννοώ. μάθε τι εννοώ

Σάλτσα ντομάτας για το χειμώνα, της Αθηνάς.

Η πρώτη και ίσως πιο συχνή μουσαφίρισσα του φRikoCooking, όπως θα καταλάβεις εν καιρώ, είναι η Αθηνά. Ποια είναι η Αθηνά; Η Αθηνά είναι η Ελληνίδα Μάνα. Σπιρτόζα, καπάτσα, έξω καρδιά, αγχολυτική, τα κάνει όλα και συμφέρει, χρυσοχέρα και μαγείρισσα από τις λίγες. Η Αθηνά, έχει τη λύση για όλα σου τα προβλήματα. Η Αθηνά κεντάει, αλλά έχει και tablet. Βάζει τα γυαλιά για κοντά και βρίσκει και διαβάζει ό,τι της κάνει κέφι. Φέτος το καλοκαίρι, χαζέψαμε την κυρία Στέλλα, η οποία κάνει συνταγές σε τοπικό κανάλι και ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια, ΤΟ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ ΦΙΛΕΣ ΜΟΥ!!1 Μας φτιάχνει βραχιολάκια, μας διορθώνει το στρίφωμα, στέλνει ακόμα και δέμα με τα χειροποίητα τι-λιγουρεύτηκες-παιδάκι-μου-εγώ-θα-στο-φτιάξω καλούδια της. Μαρμελάδες, γλυκά του κουταλιού, σάλτσες, ρεβανί, τσουρέκια, μηλόπιτες, τυρόπιτες, παστίτσια, παπουτσάκια και δεν ξέρω τι άλλο να σου πω φίλε αναγνώστη. Μαζί με τον Θανάση, αποτελούν δίδυμο θανατηφόρο όταν ξεχύνονται στις λαϊκές, στα μπακάλικα, στην αγορά, κοιτάζουν, ψάχνουν, μυρίζουν, δοκιμάζουν, διαλέγουν, ξέρουν.

Γι’αυτό φίλε αναγνώστη. Άνοιξε καλά τα μάτια σου, διάβασε και κάνε ό,τι θα βρεις της Αθηνάς, γιατί σαν την Αθηνά, δεν έχει. and so the story goes on

Τρυφερό ψητό κοτόπουλο.

Όταν ήμουν μικρή, ταξιδεύαμε για να δούμε τη γιαγιά μου. Τη μαμά του μπαμπά μου. Μπαίνοντας στο σπίτι, μία ήταν η σταθερή αξία μετά τις αγκαλιές, τα φιλιά και τα νέα του ταξιδιού. Ένα στρογγυλό ταψί, ακουμπισμένο στα μάτια της κουζίνας, με κοτόπουλο και πατάτες. Η γιαγιά μου, όπως έλεγε και ο μπαμπάς μου, δεν έμαθε ποτέ να μαγειρεύει. Επιστράτευε λοιπόν όση τέχνη είχε και δεν είχε, φτιάχνοντας κάθε φορά το ίδιο φαγητό, για να μας υποδεχθεί και να μας ταΐσει. Πόσο δύσκολο είναι να φτιάξεις κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο; Τι μπορεί να πάει στραβά; Και με αυτό ως δεδομένο, καθόμασταν όλοι στο στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας, αρκετά ευχαριστημένοι που για ακόμα μία φορά γλιτώσαμε άλλες, μάλλον άνοστες εκπλήξεις..

food

Και ήμασταν καλομαθημένοι. Γιατί η μητέρα, είναι μαγείρισσα δεινή και η σύγκριση θα ήτο μοιραία.

πάνω στο καλύτερο μας κόβει