Αρωματικό, λαχταριστό κέικ μήλου με βρώμη. Χωρίς μίξερ. Της Αθηνάς.

Φόρεσα την πρώτη κάλτσα της σεζόν.

cat-sock

Πίνω το πρώτο ζεστό τσάι για φέτος (Αθηνά. Στείλε. Φλαμούρι. Στοπ.) και γράφω ρετσέτα για κέικ με μήλο. Το οποίο δεν το έφτιαξα εγώ. Το έφτιαξε η Αθηνά. Μη με ρωτήσεις ποια είναι η Αθηνά. Θα έπρεπε να ξέρεις. Αν δεν ξέρεις, λιιιιιινκ. Αυτό σημαίνει ότι: δεν μύρισε το σπίτι μας μήλο – κανέλα και δεν έχω δίπλα μου ένα κομμάτι, έτσι ζεστό και αρωματικό, να συνοδεύσω το ρόφημά μου. Βέβαια, δεν έχω και άπλυτα πιάτα και ανάστατη κουζίνα. Γιατί, φίλε αναγνώστη, η διασκέδαση τελειώνει τη στιγμή που αντικρίζεις το νεροχύτη. Βέβαια να μου πεις, αυτό το κέικ είναι ”όλα-σε-ένα-μπόλ”. Οπότε, και αυτό το επιχείρημα καταρρίπτεται και μένει μόνο το ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΩ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ. φάε κι εσύ ένα κομμάτι, μπορείς!

Advertisements

Τα κεφτεδάκια to die for, της Σάσας.

Φίλε αναγνώστη, ήρθε η ώρα να σου συστήσω την Σάσα. Με την Σάσα θα συνομιλούμε δημιουργικά εντός των Μουσαφιραίων συχνά, καθώς πρόκειται για άλλη μία Ελληνίδα Μάνα η οποία έχει συμβάλει καθοριστικά, από τα μικράτα μου, στη μαγειρική αγωγή μου. Και αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς. Η Σάσα, όπως όλες οι μοντέρνες μανάδες (μοντέρνα: λέξη που περιγράφει λιτά και περιεκτικά την ενασχόληση με εκτός του σπιτιού δραστηριότητες, ντύσιμο με παντελόνι, φουλάρια και σταυρωτή/χιαστί μακριά τσάντα, μπιζού χειροποίητα ασορτί με το ύφος της κάθε εμφάνισης, κραγιόν και ρουζ ακόμα κι αν κυκλοφορούμε εντός του σπιτιού, ”Που πας έτσι, βάλε λίγο κραγιονάκι” φάση). Όπως όλες οι μοντέρνες μανάδες λοιπόν, δούλευε. Και κάποιες φορές, όταν δεν μαγειροτσουκάλιζε κατά τις 12 το βράδυ για να έχουμε φαγητό την επομένη, γύριζα από το σχολείο και άφηνε παράγγελμα να ψήσω κοτόπουλο, μπριζόλα, να τηγανίσω καμιά πατάτα, κάτι για να φάω βρε παιδί μου. Έτσι λοιπόν, ξεστραβώθηκα, τρόπον τινά, με τα απλά καθημερινά. Έμαθα να αλατίζω σωστά, να ψήνω, να κάνω ισορροπημένο λαδολέμονο. Είναι μια κάποια βάση. Έχω πολλές αναμνήσεις να μοιραστώ μαζί σου για την Σάσα. Από τότε που μου έλεγε ”δεν θα σηκωθείς από το τραπέζι αν δεν φας τα φασολάκια σου” κι εγώ τα ”πακετάριζα” σε χαρτοπετσέτες και τα τοποθετούσα με προσοχή στα σκουπίδια, μέχρι το απίστευτο κοκκινιστό της, που το έτρωγα και μετά το πιάτο μου ήταν έτοιμο να μπει στα καθαρά, αφού με μπουκιές ψωμιού, κάνοντας το γνωστό σε όλους μας πατινάζ, είχα καθαρίσει κάθε υποψία σάλτσας. Τώρα θα μου πεις, μόνο κοκκινιστό; Ε όχι! Ντολμαδάκια; Υπέροχα. Ψητό της κατσαρόλας; Καταπληκτικό. Πατάτες φούρνου; Αξεπέραστες. Ρύζι; Να κλείσουν όλα τα ινδικά της χώρας. Κολοκυθοκεφτέδες με κολοκύθα; Θάνατος. Κουλουράκια πορτοκαλιού; Να μυρίζει όλη η γειτονιά. Μελιτζάνες τουρσί; Φασολάδα; Μπαρμπούνια σαβόρι; Ε, χαμός! Και τόοοσα άλλα, μα πόσα. go down the rabbit hole