Τα κεφτεδάκια to die for, της Σάσας.

Φίλε αναγνώστη, ήρθε η ώρα να σου συστήσω την Σάσα. Με την Σάσα θα συνομιλούμε δημιουργικά εντός των Μουσαφιραίων συχνά, καθώς πρόκειται για άλλη μία Ελληνίδα Μάνα η οποία έχει συμβάλει καθοριστικά, από τα μικράτα μου, στη μαγειρική αγωγή μου. Και αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς. Η Σάσα, όπως όλες οι μοντέρνες μανάδες (μοντέρνα: λέξη που περιγράφει λιτά και περιεκτικά την ενασχόληση με εκτός του σπιτιού δραστηριότητες, ντύσιμο με παντελόνι, φουλάρια και σταυρωτή/χιαστί μακριά τσάντα, μπιζού χειροποίητα ασορτί με το ύφος της κάθε εμφάνισης, κραγιόν και ρουζ ακόμα κι αν κυκλοφορούμε εντός του σπιτιού, ”Που πας έτσι, βάλε λίγο κραγιονάκι” φάση). Όπως όλες οι μοντέρνες μανάδες λοιπόν, δούλευε. Και κάποιες φορές, όταν δεν μαγειροτσουκάλιζε κατά τις 12 το βράδυ για να έχουμε φαγητό την επομένη, γύριζα από το σχολείο και άφηνε παράγγελμα να ψήσω κοτόπουλο, μπριζόλα, να τηγανίσω καμιά πατάτα, κάτι για να φάω βρε παιδί μου. Έτσι λοιπόν, ξεστραβώθηκα, τρόπον τινά, με τα απλά καθημερινά. Έμαθα να αλατίζω σωστά, να ψήνω, να κάνω ισορροπημένο λαδολέμονο. Είναι μια κάποια βάση. Έχω πολλές αναμνήσεις να μοιραστώ μαζί σου για την Σάσα. Από τότε που μου έλεγε ”δεν θα σηκωθείς από το τραπέζι αν δεν φας τα φασολάκια σου” κι εγώ τα ”πακετάριζα” σε χαρτοπετσέτες και τα τοποθετούσα με προσοχή στα σκουπίδια, μέχρι το απίστευτο κοκκινιστό της, που το έτρωγα και μετά το πιάτο μου ήταν έτοιμο να μπει στα καθαρά, αφού με μπουκιές ψωμιού, κάνοντας το γνωστό σε όλους μας πατινάζ, είχα καθαρίσει κάθε υποψία σάλτσας. Τώρα θα μου πεις, μόνο κοκκινιστό; Ε όχι! Ντολμαδάκια; Υπέροχα. Ψητό της κατσαρόλας; Καταπληκτικό. Πατάτες φούρνου; Αξεπέραστες. Ρύζι; Να κλείσουν όλα τα ινδικά της χώρας. Κολοκυθοκεφτέδες με κολοκύθα; Θάνατος. Κουλουράκια πορτοκαλιού; Να μυρίζει όλη η γειτονιά. Μελιτζάνες τουρσί; Φασολάδα; Μπαρμπούνια σαβόρι; Ε, χαμός! Και τόοοσα άλλα, μα πόσα.

Για την Σάσα, λέω πως έχει ”χέρι”. Ξέρει, καταλαβαίνει, νιώθει, κατέχει ένα είδους ταλέντου που όλα, μα όλα, τα κάνει νόστιμα. Μα θα μου πεις, η μάνα μου μαγειρεύει καλύτερα από την δική σου. Ε λοιπόν, όχι. Και βάζω το χέρι μου στη φωτιά. Και θα σου πω γιατί. Μπαχαρίζει υπέροχα, αλατίζει του δε πόιντ, γνωρίζει μικρά μυστικά, ξέρει να συμπεριφερθεί σε κάθε υλικό όπως του πρέπει. Είναι οπαδός της απλότητας και λάτρης της λεπτομέρειας. Και στο DNA της υπάρχει καθαρόαιμο, το savoir faire της Αστρινής, της γιαγιάς μου. Που με τα λεπτά της χέρια, μας ετοίμαζε αγγέλους. Φίνα, γευστικά, παραδοσιακά φαγητά που ακόμα τα θυμάμαι, αν και δεν την έζησα πολύ. Τέτοια χέρια έχει και η Σάσα. Λεπτά και αέρινα. Και αν φύγαμε όλοι από τη φωλιά, αφήνοντας τον Νίκο και τη Σάσα μόνους –εντάξει, με τα εγγόνια τους – ξέρουμε πάντα ότι η κατσαρόλα έχει φαΐ και ένα τάπερ μπορεί να μας περιμένει. Γιατί πολλές φορές κάνουμε τις βόλτες μας, να μας ταΐσει, να μας προσέξει, να μας μοιράσει ο,τι έβαλε στη φωτιά και της πέτυχε. Ο Χρήστος λέει, ”μα εδώ είναι ταβέρνα!”. Και θα μπορούσε.

Η Σάσα, έχει μάστερ. Στις κεφτέδες. Κι αυτό φτιάξαμε ως πρώτη επαφή ”γι’ αυτό το μπλογκ που έκανες στο ίντερνετ” (εδώ, όχι και τόσο μοντέρνα..). Και φίλε αναγνώστη, αλήθεια. Σε προκαλώ. Να τις φτιάξεις και να μου πεις αν έχεις φάει ωραιότερα κεφτεδάκια. Εν τω μεταξύ, εδώ να παραθέσω κάτι που συνειδητοποίησα μόλις σήμερα. Η μάνα μου λέει ”η κεφτέδα”, θηλυκό. Και το λέω κι εγώ. Και ο Χρήστος μου είπε ότι δεν το έχει ξανακούσει ποτέ αυτό. Το σωστό, λέει, είναι ”ο κεφτές’’. Και εγώ ερωτώ. Δεν έχει δικαίωμα η Σάσα, που φτιάχνει τα καλύτερα κεφτεδάκια στον κόσμο να τους αλλάξει γένος; Έχει. Και άσε μας!

Υλικά ρετσέτας (περίπου 50 μικρούτσικα κεφτεδάκια):

♥ Μισό κιλό κιμά, μοσχαρίσιο, χωρίς λίπος.

♥ 3 με 4 φέτες μπαγιάτικο, χωριάτικο ψωμί.

♥ 1 μεγάλο κρεμμύδι.

♥ Μισό ποτήρι του κρασιού ελαιόλαδο.

♥ 1/3 ποτήρι του κρασιού, κρασί λευκό. (Αν δεν έχεις, βάζεις λιγότερη ποσότητα ξύδι)

♥ 1 χούφτα, γεμάτη γεμάτη, φρέσκο δυόσμο.

♥ 2 κουταλάκια του γλυκού δυόσμο ξερό.

♥ Αλάτι, (δύο κουταλιές του γλυκού γεμάτες).

♥ Πιπέρι, κατά βούληση.

Λέτς Ντού Ιτ:

Βυθίζεις τις φέτες του μπαγιάτικου ψωμιού σε ένα μπολ με νερό. Ανοίγεις ντουλάπια, ψυγεία, στριφογυρνάς μέσα στην κουζίνα, για να μαζέψεις όλα σου τα υλικά. Ψιλοκόβεις τον φρέσκο δυόσμο, ψιλοκόβεις το κρεμμύδι, μετράς κρασί και ελαιόλαδο, βάζεις αλάτι, πιπέρι και ξερό δυόσμο σε ετοιμότητα, τοποθετείς σε ένα μπολ τον κιμά. Στο μπολ που θα κάνεις και όλο το ζύμωμα. Μέχρι να κάνεις όλα αυτά, το μπαγιάτικο ψωμί σου θα έχει φουσκώσει και θα είναι έτοιμο για να το βάλεις κι αυτό, αφού το στύψεις από τα νερά, μέσα στον κιμά. Χωρίς την κόρα. Μόνο την ψίχα. Να συνεννοούμαστε.

%ce%ba%ce%b5%cf%86%cf%84%ce%b5%ce%b4%ce%ac%ce%ba%ce%b9%ce%b1%ce%b1

Τώρα. Η Σάσα, δίνει μεγάλη σημασία στο ψιλόκομμα του κρεμμυδιού, ειδικά στο φλέγον ζήτημα της κεφτέδας που θα μας απασχολήσει σήμερα, φίλες και φίλοι. Τι θέλω να πω. Μου λέει, το κρεμμύδι, εκτός του ότι θα πρέπει να είναι κόκκινο και ”δυνατό” σε γεύση και άρωμα, να το ρίξεις δηλαδή το δάκρυ ενόσω το καθαρίζεις, θα πρέπει να είναι και σωστά ψιλοκομμένο. Να το βάλεις στο μούλτι λέει, να το φέρεις 1-2 βόλτες. ΠΡΟΣΟΧΗ! Όχι να το λιώσεις. Να μην βγάλει τα ζουμιά του όλα. Διέκοψα τις συμβουλές της, λέγοντας: ”Δεν έχω μούλτι, το έκαψα..” (βλέπε μπισκοτομπλααααα). Μία εκκωφαντική σιωπή απλώθηκε στο χώρο. Το βλέμμα της διαπεραστικό, έντονο, με ένα χιντ ανησυχίας. Τώρα; Της λέω, δεν πειράζει, πως κάνεις έτσι, θα το ψιλοκόψω με το μαχαίρι. Όπως καταλαβαίνεις φίλε αναγνώστη, ποτέ δεν συνάντησα το ιδανικό ψιλόκομμα που είχε η μητέρα στο μυαλό της. Οι προσδοκίες υψηλές και δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ. ΔΕΝ ΕΚΟΨΑ ΑΡΚΕΤΑ ΨΙΛΟ ΤΟ ΚΡΕΜΜΥΔΙ και αυτό ειπώθηκε τουλάχιστον 20 φορές μέχρι να είναι έτοιμες οι κεφτέδες. Να σου κάνω μια αναγωγή αυτής της στάσης και σε άλλα πράγματα στη ζωή μου, να κάνουμε ψυχανάλυση μέχρι του χρόνου.

giphy-1

Εντάξει. Υπερβάλλω. Γεια σου ρε μάνα που θα τα διαβάσεις μετά και θα με ρωτάς!!1 Όμως, το χοντροκομμένο κρεμμύδι, λέει, θα κάνει εξογκώματα, θα φαίνεται. Και στο τηγάνι, θα φεύγει. Και τελικά, είχε ένα δίκιο. Τέλος πάντων, συνεχίζουμε.

Ζυμώνεις. Ζυμώνεις πολύ. Θέλει ζύμωμα ο κιμάς. Αρκετό. Να πάνε όλα παντού, να εξαφανιστεί το ψωμί, να γίνει αφράτος. Αφού τον παιδέψεις, σκέπασέ τον και βαλ’ τον στο ψυγείο αν έχει πολύ ζέστη, εκτός ψυγείου αν δεν έχει. Αν θέλεις να τον φτιάξεις την ίδια ημέρα που τον ζυμώνεις, θα πρέπει να τον αφήσεις να μαριναριστεί τουλάχιστον μία ώρα. Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις, πάντως – μικρό μυστικό κι αυτό – είναι να τον αφήσεις ένα βράδυ στο ψυγείο και να τον τηγανίσεις την επομένη. Τώρα. Αν τον βάλεις στο ψυγείο, θα πρέπει να τον αφήσεις εκτός, για λίγη ώρα, πριν τον τηγανίσεις. Αλλιώς οι κεφτέδες σκάνε εντός του τηγανιού και μας χαλάνε τη μόστρα και τη γεύση.

Ήρθε η ώρα του πλασίματος. Ακόμα ένα μυστικό για κεφτέδες to die for, είναι το μέγεθος. Θα πρέπει να είναι μικροί και χαριτωμένοι. Λέμε ΟΧΙ στους μεγάλους κεφτέδες. Το βροντοφωνάζουμε. Γιατί ο μικρός κεφτές έχει άλλη χάρη. Τρώγεται ολόκληρος σε μπουκιά, απ’ έξω είναι τραγανός και έχει πάρει τη γεύση από το λάδι και μέσα είναι κρεατένιος, όσο πρέπει. Οπότε και το πλάσιμο θέλει την ώρα του.

%ce%ba%ce%b5%cf%86%cf%84%ce%b5%ce%b4%ce%ac%ce%ba%ce%b9%ce%b1%ce%b1%ce%b1

Όταν τους τελειώσεις, βάζεις στο τηγάνι λάδι, στην αρχή στο 9 (υψηλότερη θερμοκρασία της κουζίνας μου), να ”πάρει” κι όταν βάλεις τους πρώτους, χαμηλώνεις στο 7. Ένα ακόμα-μικρό- μυστικό (ΠΟΣΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΣΟΥ ΛΕΩ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ!!1), είναι ότι το τηγάνι δεν το γεμίζουμε. Αφήνουμε χώρο στις κεφτέδες να αναπνεύσουν, δεν τις πιέζουμε. Και έτσι τηγανίζουμε ανεξάρτητες, ευτυχισμένες κεφτέδες. Κι άλλο ένα μικρό μυστικό στο τηγάνισμα είναι ότι στους κεφτέδες, πρέπει να κάθεσαι από πάνω. Και να τους γυρίζεις συνέχεια. Έτσι έλεγε η γιαγιά μου. Μόνο έτσι θα τηγανιστούν ομοιόμορφα. Αν έχεις δεύτερη τηγανιά, είτε αλλάζεις το λάδι, είτε το σουρώνεις. Γιατί η πρώτη τηγανιά σου, έχει αφήσει κρεμμύδια (ναι ρε μάνα, εντάξει, δίκιο είχες τελικά!) και άλλα υπολείμματα που αν δεν τα βγάλεις, θα κολλήσουν στους επόμενους.

Όταν τους βγάλεις, τους αφήνεις λίιιγο να κρυώσουν, όχι εντελώς και στύβεις λεμόνι, όσο νομίζεις. Για μένα, αρκετό. Τους πιάνεις με τα χέρια σου και τους ανακατεύεις. Να πάει το λεμόνι παντού. Είναι έτοιμοι! Είναι αρωματικοί και παιχνιδιάρικοι στο στόμα, είναι το ξαφνικό, γευστικό, παιδικό πάρτι σου. Τους τρως με τηγανιτές πατάτες ή χωρίς, με τζατζίκι ή χωρίς, σε σάντουιτς ή σκέτους, με παρέα ή μόνος.

Εμείς τους φάγαμε με αραβική πίτα στο φούρνο, ντιπ με γιαούρτι και δυόσμο, ντιπ με γιαούρτι και καρότο και μελιτζανοσαλάτα (απίθανη, της Σάσας, άστα θα στα πω άλλη φορά..)

%ce%ba%ce%b5%cf%86%cf%84%ce%b5%ce%b4%ce%ac%ce%ba%ce%b9%ce%b1%ce%b1%ce%b1%ce%b1

Δεν μπορώ να αποφασίσω πώς θα αναφέρομαι στα κεφτεδάκια. Και δεν πρόκειται να γυρίσω να διορθώσω το γένος τους. Αλλού είναι θηλυκοί, αλλού αρσενικοί και αλλού ουδέτεροι. Για ελευθερία στην επιλογή δεν αγωνιζόμαστε; Ορίστε. Σου την προσφέρω απλόχερα.

Αυτά. Σε χαιρετώ. Προς το παρόν.

Advertisements

2 thoughts on “Τα κεφτεδάκια to die for, της Σάσας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s